Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα τιμών. Είναι ζήτημα φορολογικής πολιτικής και, κυρίως, ζήτημα δικαιοσύνης: ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;
Τρόφιμα, καύσιμα, ενέργεια, στέγαση και βασικές υπηρεσίες πιέζουν καθημερινά νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, ενώ ο μικρός επαγγελματίας καλείται να αντιμετωπίσει αυξημένα έξοδα, μειωμένη κατανάλωση και υψηλές φορολογικές υποχρεώσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη φορολογία της κατανάλωσης. Το 2023 οι φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες αντιστοιχούσαν περίπου στο 39,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων, ενώ το 2024 η συνολική φορολογική επιβάρυνση έφτασε το 39,8% του ΑΕΠ, έναντι 34,1% στον ΟΟΣΑ. Για το 2026 προβλέπονται έσοδα 29,3 δισ. ευρώ από ΦΠΑ.
Με απλά λόγια: κάθε φορά που ο πολίτης αγοράζει, φορολογείται.
Και όσο αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, αυξάνεται και ο ΦΠΑ που ενσωματώνεται στην τελική τιμή. Το ίδιο ισχύει για τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα. Η κατανάλωση, άλλωστε, είναι η πιο εύκολη φορολογική βάση: ο πολίτης δεν μπορεί να σταματήσει να αγοράζει τρόφιμα, να πληρώνει ρεύμα ή να μετακινείται.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: είναι δίκαιο ένα τόσο μεγάλο μέρος των δημοσίων εσόδων να προέρχεται από την καθημερινή κατανάλωση, όταν το εισόδημα των νοικοκυριών πιέζεται;
Ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει υψηλότερη συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης και χαμηλότερη αναλογία εσόδων από φόρους εισοδήματος φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, υπάρχουν κλάδοι με ειδικά φορολογικά καθεστώτα, όπως η ναυτιλία, ενώ σημαντικές δημόσιες υποδομές λειτουργούν πλέον μέσω ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων. Δεν είναι ζήτημα να ισχυριστούμε ότι κάποιοι «δεν πληρώνουν φόρους». Είναι ζήτημα να ρωτήσουμε αν το φορολογικό βάρος κατανέμεται δίκαια και βιώσιμα.
Γιατί ο μικρός επιχειρηματίας δεν βλέπει τον τζίρο του ως κέρδος. Από αυτόν πρέπει να πληρώσει ΦΠΑ, φόρους, εισφορές, μισθούς, ενοίκιο, ενέργεια και προμηθευτές. Κι ο καταναλωτής που μπαίνει στο ίδιο κατάστημα πληρώνει ξανά φόρο στην κατανάλωση.
Ο ένας παλεύει να κρατήσει ανοιχτή την επιχείρησή του. Ο άλλος παλεύει να κρατήσει όρθιο το νοικοκυριό του.
Η λύση δεν μπορεί να είναι απλώς «περισσότεροι φόροι». Το κράτος χρειάζεται έσοδα, αλλά χρειάζεται δικαιότερα και πιο βιώσιμα έσοδα.
Η πραγματική συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι «φόροι ή όχι φόροι». Είναι:
Ποιος πληρώνει; Πόσο πληρώνει; Και τι παίρνει πίσω;
Γιατί στο τέλος ο λογαριασμός δεν φτάνει σε κάποιο απρόσωπο υπουργείο. Φτάνει στο σπίτι, στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων και στο μικρό κατάστημα της γειτονιάς.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της ακρίβειας: δεν έχει σημασία μόνο πόσο κοστίζει ένα προϊόν. Έχει σημασία πόσο από την τιμή του πληρώνει ο πολίτης και πόσο από το εισόδημά του το κράτος.
Τάνια Ώττα – cosmomag.gr












