Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, η άποψη απέκτησε φωνή. Όχι όμως πάντα και σκέψη. Τα timelines γέμισαν από αυτόκλητους «ειδικούς» που ξέρουν τα πάντα, κρίνουν τα πάντα και μιλούν για τα πάντα με την ίδια βεβαιότητα. Δεν έχουν αμφιβολίες, δεν έχουν ενδοιασμούς, δεν αφήνουν χώρο για διάλογο. Έχουν μόνο κρίσεις — σκληρές, απόλυτες και συχνά απάνθρωπες.
Το φαινόμενο δεν είναι απλώς ψηφιακό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Η δημόσια συζήτηση μετατράπηκε σε αρένα, όπου όποιος εκφράσει διαφορετική άποψη γίνεται αυτομάτως στόχος. Λέξεις πετιούνται σαν πέτρες, χαρακτηρισμοί αντικαθιστούν επιχειρήματα και η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη. Όχι, δεν διαφωνείς. «Λιθοβολείσαι».
Άλλο το δικαίωμα της άποψης — θεμέλιο της δημοκρατίας — κι άλλο η ασυδοσία του λόγου. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι άδεια για προσβολή, διασυρμό ή ηθικό κανιβαλισμό. Δεν σημαίνει πως κάθε ασυναρτησία βαφτίζεται «άποψη» ούτε πως κάθε οργισμένο ξέσπασμα νομιμοποιείται επειδή γράφτηκε πίσω από μια οθόνη.
Στα social media, η ευκολία της ανωνυμίας ή της απόστασης αφαιρεί τον ανθρώπινο παράγοντα. Ξεχνάμε πως απέναντι υπάρχει πρόσωπο, ζωή, ευαισθησίες. Ο σεβασμός εξαφανίζεται, η ενσυναίσθηση θεωρείται αδυναμία κι ο διάλογος χάνεται μέσα στον θόρυβο των likes και της διαδικτυακής επιβεβαίωσης.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι πως αυτή η συμπεριφορά τείνει να κανονικοποιηθεί. Να γίνεται «στυλ», να επιβραβεύεται, να αναπαράγεται. Όσο πιο σκληρός ο λόγος, τόσο μεγαλύτερη η απήχηση. Κι έτσι, η κοινωνία μαθαίνει να φωνάζει αντί να ακούει, να καταδικάζει αντί να κατανοεί.
Ίσως τελικά το πραγματικό ζητούμενο της εποχής δεν είναι να μιλάμε περισσότερο, αλλά να σκεφτόμαστε πριν μιλήσουμε. Να θυμόμαστε πως η άποψη δεν είναι όπλο κι ο άνθρωπος δεν είναι στόχος. Γιατί χωρίς σεβασμό, καμία δημόσια συζήτηση δεν είναι ελεύθερη. Είναι απλώς βίαιη.
Τάνια Ώττα












