Η ενημέρωση, στον πυρήνα της, οφείλει να υπηρετεί την αλήθεια, την κοινωνία και –πάνω απ’ όλα– τον άνθρωπο. Όμως στη σύγχρονη πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η είδηση ολοένα και συχνότερα μετατρέπεται σε προϊόν. Ένα προϊόν που μετριέται σε likes, shares και views, ακόμη κι αν το τίμημα είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Τραγικά συμβάντα, προσωπικές απώλειες, βίαιες εικόνες και ανθρώπινος πόνος προβάλλονται χωρίς φίλτρο, χωρίς σεβασμό και συχνά χωρίς καμία δημοσιογραφική αναγκαιότητα. Κάμερες εισβάλλουν σε στιγμές πένθους, μικρόφωνα πιέζουν συγγενείς θυμάτων να μιλήσουν ενώ δεν μπορούν ούτε να σταθούν όρθιοι, τίτλοι κραυγάζουν με στόχο το σοκ και όχι την ουσία. Η τραγωδία γίνεται θέαμα και ο άνθρωπος υποσημείωση.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η ανεξέλεγκτη διάχυση σκληρού περιεχομένου στα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα. Εικόνες και περιγραφές που θα έπρεπε να προστατεύονται ή να φιλτράρονται, φτάνουν ανεμπόδιστα σε ανήλικους, χωρίς καμία πρόνοια για τις ψυχολογικές συνέπειες. Το όριο μεταξύ ενημέρωσης και ωμής εκμετάλλευσης έχει σε πολλές περιπτώσεις εξαφανιστεί.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους αλγορίθμους ή τον ανταγωνισμό της ταχύτητας. Βαραίνει επιλογές. Συνειδητές αποφάσεις να θυσιαστεί η δεοντολογία στον βωμό της επισκεψιμότητας. Να προηγηθεί το «πρώτοι» από το «σωστά». Να επιλεγεί η υπερβολή αντί της ψυχραιμίας και ο εντυπωσιασμός αντί της ουσίας.
Η δημοσιογραφία όμως δεν είναι reality. Δεν είναι αγώνας προβολών ούτε αγορά συναισθημάτων. Είναι θεσμός. Και ως θεσμός οφείλει να προστατεύει τους αδύναμους, να σέβεται τον πόνο, να διαφυλάσσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια – ακόμη κι όταν αυτό κοστίζει clicks.
Σε μια εποχή όπου όλα καταγράφονται και όλα διακινούνται σε δευτερόλεπτα, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι πόσο γρήγορα θα μεταδοθεί μια είδηση, αλλά πώς και με ποιο τίμημα. Γιατί όταν η ενημέρωση χάνει τον άνθρωπο, παύει να είναι ενημέρωση. Και γίνεται απλώς εκμετάλλευση.
Τάνια Ώττα












