Σε τροχιά νέων ανατιμήσεων εισέρχεται η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το κόστος στη χονδρική καταγράφει διαδοχικές αυξήσεις, επαναφέροντας ανησυχίες για τις επιβαρύνσεις που θα αντιμετωπίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις τους επόμενους μήνες.
Για σήμερα Τρίτη 20 Οκτωβρίου, η μέση χονδρεμπορική τιμή στην Ελλάδα σκαρφάλωσε στα 247,82 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας νέο υψηλό για το 2026, ενώ σε ορισμένες ώρες της ημέρας ξεπέρασε ακόμη και τα 400 ευρώ/MWh.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον προβληματισμό ενόψει του χειμώνα, καθώς οι συνθήκες που διαμορφώνονται στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας θυμίζουν, αν και σε μικρότερη κλίμακα, την κρίση της περιόδου 2022-2023.
Ήδη, ο Οκτώβριος καταγράφει αύξηση άνω του 10% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, με τις ενδείξεις να παραπέμπουν σε τέταρτο συνεχόμενο μήνα ανόδου. Εάν η τάση διατηρηθεί, οι επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν αισθητές κυρίως στους καταναλωτές με κυμαινόμενα τιμολόγια, αλλά και στις επιχειρήσεις που επιβαρύνονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Την ίδια στιγμή, στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζονται οι δυνατότητες αντιμετώπισης μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλών τιμών, ενώ επανέρχεται η συζήτηση για πιθανές παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Γιατί εκτοξεύονται οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος
Πίσω από το νέο κύμα αυξήσεων βρίσκονται τέσσερις παράγοντες που επηρεάζουν ταυτόχρονα την ελληνική και την ευρύτερη αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το φυσικό αέριο, η τιμή του οποίου έχει σταθεροποιηθεί το τελευταίο διάστημα μεταξύ 80 και 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του 2025, όταν βρισκόταν κοντά στα 32 ευρώ, η αύξηση φτάνει το 177%.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες, όταν τα φωτοβολταϊκά δεν συμμετέχουν στο ενεργειακό μείγμα και αυξάνεται η ανάγκη λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου.
Ενδεικτική είναι η διαφορά που καταγράφηκε μέσα σε μόλις έξι ημέρες.
Στις 14 Οκτωβρίου, όταν οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάλυψαν το 66,41% της ηλεκτροπαραγωγής και το φυσικό αέριο το 20,79%, η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 138,95 ευρώ/MWh.
Αντίθετα, στις 20 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή των ΑΠΕ να περιορίζεται στο 42,84% και του φυσικού αερίου να προσεγγίζει το 39%, η χονδρική τιμή αυξήθηκε κατά σχεδόν 110 ευρώ/MWh.
Το πρόβλημα εντείνεται από τη μεγάλη μεταβλητότητα της παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών. Όταν η παραγωγή είναι υψηλή, οι τιμές συγκρατούνται, ενώ σε ημέρες περιορισμένης ηλιοφάνειας και ασθενών ανέμων οι ακριβότερες μονάδες καλούνται να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης.
Η ξηρασία και τα προβλήματα στους πυρηνικούς σταθμούς σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ουγγαρία
Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την αγορά είναι η σημαντική υποχώρηση της υδροηλεκτρικής παραγωγής, η οποία εμφανίζεται μειωμένη κατά 31% στη Νοτιοανατολική Ευρώπη σε σύγκριση με το 2025.
Η παρατεταμένη ξηρασία έχει περιορίσει τα διαθέσιμα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες, δυσκολεύοντας τη λειτουργία των υδροηλεκτρικών σταθμών σε μια περίοδο που η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται.
Παράλληλα, η χαμηλή στάθμη των ποταμών επηρεάζει και ορισμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες εξαρτώνται από την επάρκεια νερού για τα συστήματα ψύξης τους.
Η πυρηνική παραγωγή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη καταγράφει μείωση περίπου 15% σε ετήσια βάση.
Στη Ρουμανία, ο πυρηνικός σταθμός Τσερναβόντα, συνολικής ισχύος περίπου 1,4 GW, αντιμετωπίζει προβλήματα λειτουργίας λόγω της χαμηλής στάθμης του Δούναβη. Την ίδια ώρα, στο Κοζλοντούι της Βουλγαρίας και στο Πακς της Ουγγαρίας, σταθμούς ισχύος περίπου 2 GW ο καθένας, το ήμισυ της δυναμικότητας έχει τεθεί εκτός λειτουργίας στο πλαίσιο εργασιών συντήρησης.
Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η διαθέσιμη ηλεκτροπαραγωγή στην περιοχή και να αυξάνεται η ανάγκη εισαγωγών, με την Ελλάδα να εξάγει σημαντικές ποσότητες ενέργειας προς τη Βουλγαρία και από εκεί προς τη Ρουμανία.
Η πίεση αποτυπώνεται στις τιμές της Τρίτης, με τη Βουλγαρία να πλησιάζει τα 300 ευρώ/MWh, τη Ρουμανία να καταγράφει 307,24 ευρώ και την Ουγγαρία να φτάνει τα 326,57 ευρώ/MWh, την υψηλότερη τιμή μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών.
Το πρόσθετο κόστος από τους ρύπους
Στους παράγοντες που οδηγούν τις τιμές υψηλότερα προστίθεται και η ανατίμηση των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Το κόστος τους κινείται πλέον κοντά στα 86 ευρώ ανά τόνο CO₂, από περίπου 70 ευρώ στις αρχές του πολέμου στον Περσικό Κόλπο.
Στα σημερινά επίπεδα, η επιβάρυνση για μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο υπολογίζεται σε περίπου 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η αύξηση συνδέεται με την υψηλότερη ζήτηση για ηλεκτροπαραγωγή από ορυκτά καύσιμα, σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά δικαιωμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Στο τραπέζι νέα μέτρα στήριξης για τους λογαριασμούς
Οι ανατιμήσεις στο ρεύμα, σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές της βενζίνης, του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τους καταναλωτές.
Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε προσωρινά μέτρα στήριξης για τα καύσιμα, ωστόσο η παρατεταμένη άνοδος του ηλεκτρικού κόστους ενδέχεται να δημιουργήσει ανάγκη πρόσθετων παρεμβάσεων.
Το βασικό εμπόδιο παραμένουν τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, καθώς η Αθήνα επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χρηματοδότηση μέτρων ανακούφισης.
Ειδικότερα, η ελληνική πλευρά ζητά να επιτραπεί η αξιοποίηση μέρους των πόρων που απελευθερώνονται μέσω της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής για την άμεση στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αντί να κατευθύνονται αποκλειστικά σε μακροπρόθεσμες δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας και πράσινης μετάβασης.
Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί εκ νέου στις ευρωπαϊκές συζητήσεις, αρχής γενομένης από τη Σύνοδο των υπουργών Ενέργειας στις 29 Οκτωβρίου, ενώ θα ακολουθήσει έκτακτη Σύνοδος Κορυφής περίπου έναν μήνα αργότερα.
Με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να επιστρέφουν σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί στις αρχές του 2023, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα καταφέρει να ανακόψει το νέο κύμα ανατιμήσεων πριν από την κορύφωση της χειμερινής ζήτησης.
Πηγή: iefimerida.gr













