Φόρο 10% στα κέρδη από κρυπτονομίσματα, τεκμήριο στις αγορές τους και δυνατότητα δήλωσης παλιών υπεραξιών χωρίς πρόστιμα φέρνει το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Μαζί με τον νέο φόρο έρχεται και η παγίδα στο κόστος αγοράς των crypto. Αν αυτό δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τα διαθέσιμα στοιχεία, η τιμή κτήσης θεωρείται μηδενική και το 10% επιβάλλεται σε ολόκληρο το ποσό της πώλησης, ανεβάζοντας τον λογαριασμό ακόμη και όταν το πραγματικό κέρδος είναι μικρό.
Το νέο πλαίσιο αφήνει αφορολόγητα τα συνολικά καθαρά κέρδη έως 500 ευρώ τον χρόνο και δίνει προθεσμία 12 μηνών από την έναρξη ισχύος της σχετικής διάταξης για τη δήλωση παλιών υπεραξιών. Βάζει, ωστόσο, συγκεκριμένο όριο στην αξιοποίησή τους για την κάλυψη τεκμηρίων. Μέσω της ειδικής διαδικασίας θα αναγνωρίζεται μόνο το δηλωμένο κέρδος, ενώ το αρχικό κεφάλαιο που επιστρέφεται από την πώληση θα μένει εκτός.
Πώς υπολογίζεται ο φόρος στα crypto
Η υπεραξία θα υπολογίζεται από τη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής αγοράς, με συνυπολογισμό των δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη συναλλαγή. Στο κέρδος που προκύπτει θα επιβάλλεται φόρος 10%.
Ενδεικτικά, κρυπτονομίσματα που αγοράστηκαν με 10.000 ευρώ και πουλήθηκαν για 15.000 ευρώ δημιουργούν, χωρίς άλλα έξοδα ή συμψηφισμούς, κέρδος 5.000 ευρώ και φόρο 500 ευρώ. Εάν όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί το κόστος αγοράς, ως υπεραξία αντιμετωπίζονται και τα 15.000 ευρώ και ο φόρος ανεβαίνει στα 1.500 ευρώ.
Η τεκμηρίωση θα γίνεται με δικαιολογητικά συναλλαγών από παρόχους και ενδιάμεσους ή με στοιχεία που μπορούν να εξαχθούν απευθείας από το ψηφιακό αρχείο των συναλλαγών, το κατανεμημένο καθολικό. Σε διαδοχικές αγορές θα χρησιμοποιείται η μέση τιμή κτήσης, η οποία προκύπτει από τη διαίρεση της συνολικής αξίας αγοράς με τη συνολική ποσότητα των κρυπτοστοιχείων.
Η απαλλαγή των 500 ευρώ αφορά το συνολικό καθαρό ετήσιο κέρδος, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς ζημιών. Δεν είναι ποσό που αφαιρείται από κάθε μεγαλύτερο κέρδος. Έτσι, καθαρή ετήσια υπεραξία 400 ευρώ δεν φορολογείται, ενώ υπεραξία 1.000 ευρώ, χωρίς άλλους συμψηφισμούς, φορολογείται ολόκληρη και οδηγεί σε φόρο 100 ευρώ.
Ζημιές που υπερβαίνουν τα 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος θα μπορούν να μεταφέρονται στα επόμενα πέντε χρόνια. Θα συμψηφίζονται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από μεταβιβάσεις crypto και όχι με μισθούς, ενοίκια ή άλλα εισοδήματα.
Στις φορολογητέες μεταβιβάσεις περιλαμβάνεται και η χρήση κρυπτονομισμάτων για την αγορά αγαθών ή την πληρωμή υπηρεσιών. Επομένως, φόρος στην υπεραξία μπορεί να προκύπτει και όταν τα crypto χρησιμοποιούνται για μια αγορά, χωρίς να προηγηθεί μετατροπή τους σε ευρώ.
Παράλληλα, οι συναλλαγές σε crypto εξαιρούνται από τον κανόνα που χαρακτηρίζει ως συστηματική δραστηριότητα τις τρεις ομοειδείς συναλλαγές μέσα σε έξι μήνες. Έτσι, η συχνότητα των αγοραπωλησιών δεν θα αρκεί από μόνη της, βάσει του συγκεκριμένου κανόνα, για να αντιμετωπιστούν τα κέρδη ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ξεχωριστή αντιμετώπιση προβλέπεται για τις αποδόσεις από δανεισμό κρυπτονομισμάτων, παροχή ρευστότητας και staking, δηλαδή τη δέσμευσή τους για την επικύρωση συναλλαγών. Αυτά τα εισοδήματα χαρακτηρίζονται ως τόκοι και διαχωρίζονται από την υπεραξία της πώλησης.
Στις πωλήσεις crypto δεν θα επιβάλλεται Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής. Η σχετική εξαίρεση προβλέπεται να ισχύσει από την 1η Δεκεμβρίου 2026.












