Άβουλοι και μοιραίοι
Έχουμε εισέλθει σε κατάσταση οικονομικής δυσπραγίας σημαντικού τμήματος του λαού μας παρά τα περί του αντιθέτου διατυμπανιζόμενα. Και πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι, με την πάροδο του χρόνου, και άλλοι θα προστεθούν σ’ αυτούς που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές ανάγκες, καθώς η οικονομική κρίση εντείνεται διεθνώς. Οι κερδοσκόποι πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους και με τις εντάσεις εκ του ανταγωνισμού εξαναγκάζουν τις χώρες να αυξήσουν τις δαπάνες για άμυνα.
Απασχόλησε πρόσφατα τον τύπο η σοβαρή επίπτωση στον οικογενειακό προϋπολογισμό εκ της αύξησης της τιμής των καυσίμων. Αλλά δεν θα είναι ο μοναδικός πονοκέφαλος των φτωχών και μικρομεσαίων κατά τον επερχόμενο χειμώνα. Ήδη αυτοί αντιμετωπίζουν το αυξημένο κόστος προμήθειας βασικών ειδών διατροφής και κάποιοι από αυτούς την αδυναμία να επωμισθούν τη δαπάνη για τις σπουδές τέκνου ή τέκνων τους μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Στα προβλήματα αυτά αν προστεθεί και η με το σταγονόμετρο δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η κατάσταση γίνεται τραγική. Οι νέοι είναι υποχρεωμένοι να διαβιούν στην πατρική οικία για σημαντικό χρονικό διάστημα, μετά το πέρας των σπουδών και την εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων. Οδυνηρή συνέπεια αυτού είναι ο δισταγμός προς σχηματισμό οικογένειας. Βέβαια σε κάποιον βαθμό αυτό είναι πρόφαση, καθώς οι νέοι είναι εν πολλοίς ανώριμοι να αναλάβουν ευθύνες. Πάντως εξ αιτίας της κατάστασης αυτής η χώρα μας αντιμετωπίζει οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο διαχειρίζονται οι ασκούντες την εξουσία ως ελαφρύτατη κοινωνική νόσο, παρά τις επισημάνσεις, κατά καιρούς, του μεγάλου κινδύνου που απειλεί τη χώρα μας. Και ενώ τμήμα του λαού μας υποφέρει, η κυβέρνηση καυχάται για την προπληρωμή δανείων. Αλλά αυτό σημαίνει ότι εξασφαλίζει έσοδα περισσότερα από τα προϋπολογισθέντα. Καθώς ούτε σε τροχιά ανάπτυξης βρίσκεται η χώρα μας ούτε και τολμά η κυβέρνηση να φορολογήσει τα υπερβολικά κέρδη, τραπεζών και άλλων ισχυρών οικονομικών παραγόντων, είναι εμφανές ότι τα έσοδα προέρχονται από τη φορολόγηση των πολιτών. Και επειδή υπάρχει τρομακτική δυσαναλογία μεταξύ αμέσων και εμμέσων φόρων, συνάγεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων βαρύνει τον απλό λαό και μεταξύ αυτού των οικογενειών με περισσότερα μέλη. Η Πολιτεία τρέφεται πλέον από το αίμα του λαού σχεδόν αποκλειστικά. Βέβαια είναι απολύτως κατανοητό γιατί δεν τολμά η κάθε κυβέρνηση να φορολογήσει τα υπερκέρδη ή να επέμβει για να πατάξει την αισχροκέρδεια. Ο οικονομικός παράγων όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε πλείστες άλλες χώρες έχει ισχύ μεγαλύτερη του κράτους. Έτσι κύρια είναι άντληση από έμμεσους φόρους.
Οι κυβερνήσεις με τη στήριξη των ισχυρών οικονομικών παραγόντων κινούνται με τη βεβαιότητα ότι οι λαοί έχουν παραιτηθεί πλέον από κάθε διεκδίκηση του δικαίου τους. Άβουλοι και μοιραίοι έχουν πεισθεί ότι διεθνείς συγκυρίες συντελούν στην οικονομική δυσπραγία και πρέπει να υπομένουν ελπίζοντας σε καλύτερες ημέρες. Βέβαια η απελπισία είναι ο φρικτότερος σύντροφος του ανθρώπου, αλλά και η ελπίδα πρέπει να εδράζεται κάπου, αν θέλουμε να μη βιώνουμε με αυταπάτες. Σ’ αυτό μας βοηθά η αυτοκριτική. Καλό είναι να δούμε πώς η χώρα μας οδηγήθηκε στη σημερινή της κατάντια, αφού προηγουμένως είχε σημαντικά οικονομικά επιτεύγματα επί τριακονταετία (1950-1980), αν και είχε εξέλθει παντελώς κατεστραμμένη από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο, που ολοκλήρωσε την καταστροφή που προκάλεσαν οι εχθροί μας.
Η είσοδός μας στην ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ, είχε πανηγυριστεί από τους τότε κυβερνώντες ως μεγάλη επιτυχία της εξωτερικής τους πολιτικής. Βέβαια δεν χρειαζόταν να πείσουμε τους «κουτόΦραγκους» να μας δεχθούν στους κόλπους τους. Είχαν στήσει αυτοί το παιχνίδι, που κατέληξε στη σημερινή μας κατάντια. Και βέβαια δεν ευθύνονται οι λαοί γι’ αυτό. Αυτοί θέλουν να απολαμβάνουν τα αγαθά της ειρηνικής συνύπαρξης. Οι κυβερνήτες των χωρών, εντολοδόχοι του αδηφάγου κεφαλαίου σχεδίασαν και εκτέλεσαν. Πιστέψαμε τότε ότι με την ένταξή μας θα υιοθετήσουμε κάποια από τα καλά γνωρίσματα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Αυτά είναι η πολύ καλά οργανωμένη κρατική μηχανή, που δεν είναι φέουδο της κάθε κυβέρνησης, ο σεβασμός των νόμων και η αξιοκρατία. Όχι βέβαια πως όλοι οι ασκούντες εκεί εξουσία είναι αδιάφθοροι, αλλά οπωσδήποτε σε περίπτωση αποκάλυψης σκανδάλου, η δικαιοσύνη μπορεί να αποδοθεί ικανοποιητικά.
Με την ένταξή μας απωλέσαμε σημαντικό πλεονέκτημα, τον δασμό επί των εισαγομένων προϊόντων. Έτσι πάψαμε να είμαστε ανταγωνιστικοί. Δεν συνειδητοποιήσαμε τις συνέπειες από τον παροπλισμό πλήθους βιομηχανικών συγκροτημάτων, επειδή οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν ως «ναυαγοσωστικά» τις ΔΕΚΟ. Πρόβαλαν οι κρατούντες ως εναλλακτική «βαρειά βιομηχανία» τον τουρισμό. Μας παρηγορούσαν παράλληλα ότι τα άφθονα προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής της ελληνικής γης θα κατέκλυζαν τις αγορές της Ευρώπης. Αποδείχθηκε μεγάλος μύθος. Σήμερα εισάγουμε πλείστα όσα από χώρες ακόμη και εντός της ΕΕ! Όσο για την κτηνοτροφία μας αργοπεθαίνει! Και οι ΔΕΚΟ τελικά εκποιήθηκαν.
Οι «κουτόΦραγκοι» μας πρόσφεραν οικονομικά πακέτα, για να αναπτυχθούμε και να προσεγγίσουμε το επίπεδο διαβίωσης αυτών! Έτσι πιστέψαμε! Η «ευσπλαχνία» τους είναι γνωστή στο διάβα της ιστορίας! Και αυτοϋποβιβαστήκαμε από πολίτες σε καταναλωτές. Αυτοί ανέχθηκαν επί σειρά ετών τις απάτες μας για την εξασφάλιση επιδοτήσεων μεγαλύτερου ύψους, αν και γνώριζαν τα πάντα. Εμείς πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας με την αυξημένη αγοραστική μας δύναμη. Όλες οι κυβερνήσεις αντί να αναλάβουν αγώνα συγκράτησης του λαού από τον εθισμό στην κατανάλωση τον εκμαύλισαν υπέρμετρα με τον αλόγιστο εξωτερικό δανεισμό και την παροχή αυξήσεων δυσαναλόγων προς το παραγόμενο εθνικό προϊόν. Και έπεσε ο λαός μας στην παγίδα του δανεισμού για κατανάλωση. Μάλιστα υπήρξε ο ίδιος δυσφμημιστής των ελληνικών προϊόντων. Η προτίμηση προς τα προϊόντα εισαγωγής υπήρξε ολέθρια. Βέβαια οι βιομήχανοι μετατράπηκαν σε εισαγωγείς, αλλά οι εργαζόμενοι έμειναν άνεργοι. Και ο εκμαυλισμός ολοκληρώθηκε με την προτροπή για είσοδο στα έγκατα του τζόγου, στο χρηματιστήριο! Το τελειωτικό κτύπημα ήρθε με την ένταξή μας στην οικονομική ζώνη των ισχυρών. Μάλιστα πληρώσαμε αδρά τραπεζικό σχηματισμό, για να «εξαπατήσουμε» τους τραπεζίτες καθώς με την κατάσταση της οικονομίας μας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εισόδου! Και όταν τους «εξαπατήσαμε» άρχισαν ενορχηστρωμένα να μας κατηγορούν όλοι ως τεμπέληδες και απατεώνες, που καταβροχθίζουμε το προϊόν του μόχθου των εργατικών και εντίμων λαών του Βορρά! Δεν πρόβαλαν τα ΜΜΕ, υποχείρια του συστήματος εξουσίας, ότι μας αποκαλούσαν γουρούνια του Νότου! Και ήρθε η ώρα της «σφαγής των γουρουνιών»! Την εργασία ανέλαβαν οι κρατούντες στη χώρα με την υπογραφή των μνημονίων. Η Ελλάδα είναι ολοκληρωτικά δεσμευμένη, παρά τα περί του αντιθέτου διατυμπανιζόμενα.
Ο λαός, που διατηρείται σε μόνιμο διχασμό, άρχισε να δυσανασχετεί, όχι όμως και να θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς συνέβη αυτό στη χώρα μας. Γιατί αυτή απώλεσε σημαντικό μέρος του επιστημονικού της και άλλου δυναμικού, που αναζήτησε εργασία σε άλλη χώρα; Κύρια αιτία είναι ότι πίστεψε σε εγκόσμιους «σωτήρες» και απομακρύνθηκε από τις παραδόσεις, με τις οποίες είχαν τραφεί γενιές και γενιές. Ιδιαίτερα η δική μου γενιά έκανε σύνθημα να μη ζήσουν τα παιδιά μας με τη δική μας ανέχεια. Αλλά η ανέχεια υπήρξε η κινητήρια δύναμη για δημιουργία. Στα πλαίσια του εκμαυλισμού υπήρχε διαφήμιση θερμαντικών συσκευών, κατά τη δεκαετία του 1980, με το μεθυστικό σύνθημα: «Το παιδί με το φανελάκι»! Βρεθήκαμε στον αντίποδα της κατάστασης των παιδικών μου χρόνων, οπότε ξαπλώνοντας το βράδι στο κρεβάτι παγωμένου δωματίου καλύπταμε και το κεφάλι και χουχουλίζαμε, δηλαδή εκπνέαμε θερμό αέρα, για να συνέλθουμε και να παραδοθούμε στον ύπνο.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι μας εξαπάτησαν, αλλά και εμείς δεν είμαστε αμέτοχοι ευθύνης. Υποκύψαμε στα λάγνα συνθήματα υποσχέσεων επίπλαστης ευμάρειας και ζήσαμε την ονειροφαντασία μας. Θα μπορέσει η νέα γενιά να μάθει να χουχουλίζει και να πάψει να πιστεύει μαθητευόμενους μάγους της οικονομίας, που δικαιολογούνται κάθε φορά προβάλλοντας ως αιτία της δυσπραγίας διεθνείς συγκυρίες;
«Μακρυγιάννης»












