Χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, υψηλές δαπάνες και στεγαστικό κόστος πιέζουν τα ελληνικά νοικοκυριά – Η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης στην αγοραστική δύναμη
Για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, το πρόβλημα δεν είναι πλέον αν θα περισσέψει κάτι στο τέλος του μήνα, αλλά αν το εισόδημα θα επαρκέσει μέχρι την επόμενη πληρωμή.
Οι μισθοί έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, όμως η πραγματική οικονομική εικόνα των νοικοκυριών παραμένει πιεσμένη. Το κόστος στέγασης, τα τρόφιμα, η ενέργεια, οι μεταφορές και οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας περιορισμένο –και σε πολλές περιπτώσεις αρνητικό– περιθώριο για αποταμίευση.
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την πραγματικότητα.
Αρνητική αποταμίευση: τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα διαθέτουν
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά διαμορφώθηκε σε -3,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι -1,8% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Το αρνητικό πρόσημο έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν σημαίνει απλώς ότι οι Έλληνες αποταμιεύουν λιγότερα. Σημαίνει ότι, σε επίπεδο συνόλου νοικοκυριών, η καταναλωτική δαπάνη υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα που χρησιμοποιείται για τον συγκεκριμένο υπολογισμό.
Η εικόνα αυτή δεν είναι συγκυριακή. Ήδη το 2024, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό αποταμίευσης είχε διαμορφωθεί σε -2,5%, ενώ το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 4,5%, στα 158,6 δισ. ευρώ. Την ίδια χρονιά, όμως, η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 4,6%, φτάνοντας τα 162,6 δισ. ευρώ.
Με απλά λόγια: το εισόδημα αυξάνεται, αλλά οι δαπάνες αυξάνονται τουλάχιστον εξίσου γρήγορα.
Η μεγάλη διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η Ελλάδα συγκρίνεται με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Eurostat καταγράφει για την Ευρωζώνη ποσοστό αποταμίευσης νοικοκυριών 14,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η σύγκριση με το ελληνικό -3,3% της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ένα πολύ μεγάλο χάσμα. Οι Έλληνες δεν βρίσκονται απλώς κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο· η χώρα κινείται σε εντελώς διαφορετική περιοχή, όπου η αποταμίευση παραμένει αρνητική.
Η ίδια η Eurostat σημειώνει ότι το ποσοστό αποταμίευσης εκφράζει το μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος που δεν καταναλώνεται. Όταν το ποσοστό είναι αρνητικό, τα νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Χαμηλό εισόδημα, ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος του ονομαστικού μισθού. Κρίσιμο μέγεθος είναι το τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει το εισόδημα ενός νοικοκυριού.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα ήταν μία από τις μόλις δύο χώρες της ΕΕ όπου το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών ανά κάτοικο μειώθηκε μεταξύ 2004 και 2024, με τη σωρευτική μεταβολή να ανέρχεται σε -5%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα του προσαρμοσμένου ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ανά κάτοικο. Το 2024 η Ελλάδα ανήκε στις χώρες της ΕΕ όπου το επίπεδο του συγκεκριμένου εισοδήματος βρισκόταν πάνω από 20% κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι εξηγείται και η αντίφαση που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια εργαζόμενοι: μπορεί ο μισθός να είναι υψηλότερος από ό,τι πριν από μερικά χρόνια σε ονομαστικούς όρους, όμως η αγοραστική δύναμη του εισοδήματος δεν ακολουθεί στον ίδιο βαθμό.
Το στεγαστικό κόστος «τρώει» μεγάλο μέρος του μισθού
Ιδιαίτερη πίεση ασκεί η στέγαση.
Το κόστος κατοικίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να δημιουργήσει αποθεματικό. Για έναν εργαζόμενο που πληρώνει ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα και μετακινήσεις, ένα σημαντικό τμήμα του μισθού εξαντλείται πριν καν αρχίσουν οι έκτακτες ανάγκες.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα → υψηλές βασικές δαπάνες → μηδενική αποταμίευση → οικονομική ευαλωτότητα σε κάθε απρόοπτο έξοδο.
Δεν πρόκειται μόνο για το «τέλος του μήνα»
Η έλλειψη αποταμίευσης έχει συνέπειες που ξεπερνούν την καθημερινότητα.
Ένα νοικοκυριό χωρίς οικονομικό «μαξιλάρι» δυσκολεύεται περισσότερο να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ιατρική δαπάνη, μια επισκευή αυτοκινήτου, μία περίοδο ανεργίας ή ακόμη και μια αύξηση του ενοικίου.
Παράλληλα, περιορίζονται οι δυνατότητες για μεγαλύτερες οικονομικές αποφάσεις: αγορά κατοικίας, δημιουργία οικογένειας, επένδυση στην εκπαίδευση των παιδιών ή προετοιμασία για τη συνταξιοδότηση.
Η αποταμίευση, επομένως, δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν οικονομικό πίνακα. Είναι δείκτης οικονομικής ασφάλειας.
Η ελληνική αντίφαση
Η Ελλάδα εμφανίζει μια ιδιαίτερη αντίφαση: η οικονομία αναπτύσσεται, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, όμως ένα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών εξακολουθεί να μην μπορεί να μετατρέψει το εισόδημά του σε πραγματική οικονομική ασφάλεια.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η απουσία εισοδήματος, αλλά η σχέση εισοδήματος και δαπανών.
Και αυτή η σχέση είναι που καθορίζει τελικά αν «βγαίνει ο μήνας».
Όταν ένα νοικοκυριό εισπράττει τον μισθό του, πληρώνει ενοίκιο ή στεγαστικό, σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς, καύσιμα, φόρους και λοιπές υποχρεώσεις και στο τέλος δεν μένει τίποτα –ή χρειάζεται να χρησιμοποιήσει προηγούμενες αποταμιεύσεις ή να προσφύγει σε δανεισμό– τότε η αύξηση του ονομαστικού εισοδήματος δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε καλύτερο επίπεδο οικονομικής ασφάλειας.
Το συμπέρασμα των αριθμών
Τα επίσημα δεδομένα δεν αποτυπώνουν απλώς μια απαισιόδοξη αίσθηση της κοινωνίας. Περιγράφουν μια μετρήσιμη οικονομική πραγματικότητα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ το ποσοστό αποταμίευσης παραμένει αρνητικό.
Την ίδια ώρα, στην Ευρωζώνη η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει σε θετικό επίπεδο, στο 14,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: οι Έλληνες εργάζονται και κερδίζουν περισσότερα σε ονομαστικούς όρους, αλλά μεγάλο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από τις καθημερινές ανάγκες. Για πολλά νοικοκυριά, ο στόχος δεν είναι πλέον να αποταμιεύσουν περισσότερα, αλλά απλώς να φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα χωρίς να δημιουργήσουν νέο χρέος.
Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό αποτύπωμα της σημερινής οικονομικής πραγματικότητας: η εργασία δεν εγγυάται πλέον από μόνη της οικονομική άνεση ή τη δυνατότητα δημιουργίας αποταμίευσης.
Τάνια Ώττα – cosmomag.gr












